Αρχική ΣΙΝΕΜΑ Το 5ο Scream κάνει παγκόσμια πρεμιέρα σε λίγες μέρες.

Το 5ο Scream κάνει παγκόσμια πρεμιέρα σε λίγες μέρες.

3286
0
Scream
Elearning Σεμινάρια

Πώς η θρυλική ταινία του Γουές Κρέιβεν ανανέωσε ριζικά το είδος του τρόμου, πώς χειρίστηκαν το βάρος της ευθύνης οι συνέχειές της και τι περιμένουμε από το νέο, πέμπτο «Scream» που κάνει παγκόσμια πρεμιέρα σε λίγες μέρες.

Τον Δεκέμβριο του 1996 κυκλοφορούσε στην Αμερική μια ταινία με τον λακωνικό τίτλο «Scream», κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτό που θα ακολουθούσε. Η πλοκή απλούστατη: Μασκοφόρος φονιάς τρομοκρατεί λυκειόπαιδα fictional επαρχιακής κωμόπολης της Καλιφόρνιας (το θρυλικό πλέον Γούντσμπορο), στοχεύοντας για ανεξήγητο λόγο στην ταλαίπωρη Σίντνεϊ Πρέσκοτ.

[Το κείμενο περιλαμβάνει spoilers για τα τέσσερα πρώτα «Scream», αλλά δεν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο πλοκής της νέας ταινίας, την οποία δεν έχουμε δει ακόμη].

Στα σκηνοθετικά ηνία βρισκόταν ο Γουές Κρέιβεν, δημιουργός της αυτού «εφιαλτικής» μεγαλειότητας Φρέντι Κρούγκερ, αλλά και ακόμα πιο διαβόητα σκληρών ταινιών τρόμου των ‘70s, όπως τα «Last House on the Left» και «The Hills Have Eyes» – είχε κι ο ίδιος όμως ενδώσει στον κορεσμό του είδους, παραδίδοντας τον μετριότατο «Νέο Εφιάλτη» του μόλις δυο χρόνια πριν.

Ο μόλις 30χρονος Κέβιν Γουίλιαμσον είχε σκαρφιστεί το διαολεμένα έξυπνο σενάριο μιας ταινίας που αρχικά λεγόταν «Scary Movie» (ειρωνικά αυτός θα ήταν ο τίτλος του κύματος παρωδιών που θα ακολουθούσε) εκπορευόμενος από την αγάπη του για το είδος του τρόμου και για τις νεανικές ταινίες, θέτοντας τους ήρωές του να είναι επίσης λάτρεις του είδους, να σχολιάζουν τα κακώς κείμενα και τα κλισέ του, να μιλάνε για λίστες με προσωπικά αγαπημένα (Τα «Do you like scary movies?» / «What’s your favorite scary movie?».

Ο Γουές Κρέιβεν δεν θα μπορούσε να μην εκμεταλλευτεί τον θησαυρό που είχε στα χέρια του όταν το σενάριο μπήκε σε παραγωγή από την εξειδικευμένη στο είδος Dimension, παρακλάδι της Miramax των αδερφών Γουάινστιν. Αλλά εκεί που και οι δύο ξεπέρασαν τον εαυτό τους αναφορικά με τις προσδοκίες του κοινού ήταν στον χειρισμό του χαρακτήρα της Ντρου Μπάριμορ. Η πιο διάσημη ηθοποιός από ένα νεανικό, ως επί το πλείστον τηλεοπτικών καταβολών, καστ, ξεπαστρευόταν μέσα στο πρώτο τέταρτο της ταινίας.

Κλείσιμο του ματιού σε αυτό που είχε τολμήσει ο Χίτσκοκ 35 χρόνια πριν, να σκοτώσει δηλαδή την Τζάνετ Λι στα μισά του «Ψυχώ»; Ανάγκη δημιουργίας της ίσως πιο μεγαλειώδους εναρκτήριας σκηνής στην ιστορία των ταινιών τρόμου; Μάλλον και τα δύο. Η Κέισι Μπέκερ και ο φίλος της γίνονται τα πρώτα θύματα του δολοφόνου με το κοστούμι Halloween και τη χαρακτηριστική μάσκα φαντάσματος, που θα γινόταν γνωστός ως Ghostface, και το παιχνίδι ξεκινά.

Οι σινεφίλ αναφορές δίνουν και παίρνουν, καθιστώντας ξεκάθαρο ότι η ταινία φτιάχτηκε από φαν για φαν, ο αντίκτυπος στην ποπ κουλτούρα συγκεκριμένων εικόνων όπως το ποπκόρν που καίγεται αποδεικνύεται τεράστιος, το μαύρο χιούμορ και η σάτιρα τσακίζουν κόκαλα, το «whodunit» κουβάρι ξετυλίγματος της ταυτότητας του δολοφόνου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον κι ο θεατής μπαίνει στη διαδικασία να μαντέψει ποιος έχει σειρά και ποιος θα μείνει ζωντανός στο τέλος.

Δυο ώρες και μερικές εμβληματικές σκηνές ανθολογίας μετά, όπως ο εντελώς άδικος –και, πλέον, cult– θάνατος της Τέιτουμ Ράιλι (Ρόουζ ΜακΓκόουαν) στο πορτάκι της συρόμενης θύρας του γκαράζ, το κινηματογραφικό είδος του τρόμου δεν έχει δεχθεί απλά μια τονωτική ένεση στα οπίσθια, αλλά έχει υποστεί ολικό makeover.

Προκαλώντας φρενίτιδα αρχικά στο αμερικανικό κι έπειτα στο διεθνές κοινό, ανάγοντας σε σταρ όλες τις ακαταμάχητες φάτσες του καστ και επιλέγοντας δύο δολοφόνους χωρίς προφανές κίνητρο, σχολιάζοντας ταυτόχρονα τη μαζικής κατανάλωση της βίας με τρόπο που ως τότε σπάνια είχε θίξει το μέινστριμ σινεμά – τα «Παράξενα Παιχνίδια» του Μίκαελ Χάνεκε θα ακολουθούσαν, μερικούς μήνες μετά, τοποθετώντας το θέμα στην κινηματογραφική θέση που του άρμοζε.

Με παγκόσμιες εισπράξεις δεκαπλάσιες σε σχέση με το μπάτζετ του και με την ενθουσιώδη υποδοχή από κοινό και κριτικούς να έχουν οδηγήσει τον Κρέιβεν να υπογράψει συμβόλαιο για δυο ακόμα συνέχειες ήδη από τις δοκιμαστικές προβολές (όπως και τον Μάρκο Μπελτράμι, για το συναρπαστικό soundtrack), το πρώτο σίκουελ όχι απλά δεν θα αργούσε, αλλά θα έπρεπε να είναι έτοιμο ακριβώς έναν χρόνο μετά.

Και τώρα τι, όμως; Ξαναπέφτουμε στη λούπα να ξεχειλώσουμε μια θαυμάσια σεναριακή ιδέα, στην ουσία αναπαράγοντας όλα εκείνα τα κλισέ που κράζαμε στην πρώτη ταινία;

Ο Κέβιν Γουίλιαμσον φάνηκε πολύ πιο έξυπνος από αυτό. Μεταφέροντας τη δράση στο κοντινό κολέγιο, έναν χρόνο μετά, και χτίζοντας όλο το «Scream 2» πάνω στο εύρημα της ταινίας (βασισμένης στα γεγονότα του πρώτου «Scream») μέσα στην ταινία, βάζοντας ηθοποιούς όπως η Τόρι Σπέλινγκ –κι έναν σκασμό ακόμα νεαρούς σταρ της εποχής σε μικρούς ρόλους και cameos– να υποδύονται το cast αυτής της ταινίας, εκμεταλλεύτηκε ύπουλα την αγάπη του κοινού για το ορίτζιναλ, διατηρώντας παράλληλα τον αυτοσαρκαστικό τόνο και κοιτάζοντας τον εαυτό του απευθείας στον καθρέφτη.

«Τα σίκουελ είναι χάλια!» ακούγεται να λέει κάποιος στην ταινία. Όχι όμως αυτό εδώ το σίκουελ, που θεωρείται από τα μετρημένα στα δάχτυλα ισάξια, για πολλούς ίσως και καλύτερα, από το πρωτότυπο, στην ιστορία του κινηματογράφου – έχοντας καταφέρει ακόμα και να ισοφαρίσει σε epicness τον εναρκτήριο φόνο της Ντρου Μπαριμόρ, με την απίστευτη σεκάνς της Τζέιντα Πίνκετ στην αίθουσα που προβάλλει το «Stab».

Η αποκάλυψη της ταυτότητας του βασικού δολοφόνου στο τέλος αποτελεί ακόμα ένα εξαίσιο, ανάστροφο ομάζ στο «Παρασκευή και 13» και τη δολοφονική σχέση μάνας-γιου που έχτισαν η κυρία Βόρχις με τον Τζέισον – ακόμα κι αν η παραγωγή υπέφερε από διαρροές της ταυτότητας του δολοφόνου στο πρώιμο Ίντερνετ και το σενάριο φέρεται να άλλαξε πολλές φορές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Γουίλιαμσον κατάφερε να παραδώσει ένα ικανοποιητικό και αντάξιο της προσμονής αποτέλεσμα.

Η συνέχεια, μετά και το χιτάρισμα του «Scream 2» στο box office ήταν αναπόφευκτη και η διασωθείσα πρωταγωνιστική τριάδα είχε πλέον σχηματιστεί: Αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια του franchise και πάντα, για κάποιο λόγο, το ζητούμενο τρόπαιο του/των εκάστοτε Ghostface, η Σίντνεϊ Πρέσκοτ (η Νιβ Κάμπελ της φήμης του τηλεοπτικού «Party of Five») μπορούσε πλέον να σταθεί επάξια στο πάνθεον των scream queens, δίπλα σε μορφές όπως η Λόρι Στρόουντ της Τζέιμι Λι Κέρτις («Halloween») και η Έλεν Ρίπλεϊ της Σιγκούρνι Γουίβερ («Alien»). Ήταν η γυναίκα που (θα) επιζούσε.

Ένα κλικ ξοπίσω της το ζεύγος (και στη ζωή, για ένα διάστημα) των Ντέιβιντ Αρκέτ (της γνωστής οικογένειας) και Κόρτνεϊ Κοξ, δηλαδή του Ντιούι Ράιλι, εκπροσώπου του επαρχιακού Νόμου και μεγάλου αδερφού της αδικοχαμένης –στο γκαράζ, που λέγαμε πριν– Τέιτουμ, ορκισμένος πάντα να προσέχει τη Σιντ, και της κιτρινιάρας δημοσιογράφου Γκέιλ Γουέδερς – η Κοξ, τότε, στα τέλη των ‘90s, ήταν η πρώτη από την παρέα των τηλεοπτικών «Friends» που φάνηκε να εξαργυρώνει κινηματογραφικά τη δημοφιλία της (πολύ πριν την Άνιστον), ακόμα κι αν δεν κατάφερε να κάνει κάτι περισσότερο, όπως και όλο το team του «Scream».

Κι αν η τρίτη ταινία άργησε πάνω από δυο χρόνια να έρθει, έφταιγε φυσικά η αποχώρηση του Γουίλιαμσον από τα σεναριακά ηνία. Θέλοντας να ασχοληθεί με άλλα, δικά του σχέδια, όπως το τηλεοπτικό «Dawson’s Creek», ο mastermind αποσύρθηκε αφήνοντας τη θέση του στον Έρεν Κρούγκερ, ο οποίος προσπάθησε να παραδώσει κάτι που θα πατούσε στα μοτίβα των δυο υπερεπιτυχημένων προκατόχων του: σχόλιο πάνω στις τριλογίες (ήδη, όμως, η επανάληψη έχει αρχίσει και κουράζει), meta διάθεση (η δράση τοποθετείται στα γυρίσματα του «Stab 3» στο Χόλιγουντ, καθώς η ταινία μέσα στην ταινία έχει γίνει επίσης τριλογία) και δολοφόνος που να συνδέεται με το παρελθόν ή το παρόν της Σίντνεϊ.

Βασικά μειονεκτήματα η έλλειψη του χιούμορ (μακράν η λιγότερο αστεία ταινία της σειράς), οι αντιπαθείς νέοι χαρακτήρες (σε σχέση πάντα με τους λατρεμένους προκατόχους τους) και εμφανέστατη η αποστασιοποίηση και η by the book προσέγγιση του Κρούγκερ στην παρακαταθήκη του Γουίλιαμσον, όσο κι αν ο Κρέιβεν προσπαθεί να πλάσει κι εδώ άφθονες σκηνές gore ανθολογίας. Το «Scream 3» δεν ήταν καλή ταινία – ήταν η χειρότερη όλων και το franchise φάνηκε να κλείνει τότε άδοξα.

Μια δεκαετία μετά, κι ενώ τίποτα αξιοσημείωτο δεν είχε μεσολαβήσει στις καριέρες των Κρέιβεν και Γουίλιαμσον, οι δυο τους αποφάσισαν να ξαναπιάσουν το νήμα για μια τέταρτη ταινία.

To «Scream 4» που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2011 ήταν αξιοπρεπέστατο. Διέθετε μια επική εναρκτήρια «inception» σκηνή που σχολίαζε συνολικά την εκ νέου παρακμή του horror genre (στην οποία το ίδιο το «Scream» είχε συντελέσει), το πρωταγωνιστικό τρίο ζωντανό, ώριμο και ετοιμοπόλεμο, την πάντα συμπαθή μέσα στο αντιπαθητικό bitchiness της Έμα Ρόμπερτς ως νέα έφηβη πρωταγωνίστρια – ξαδέρφη της Σίντεϊ και κυρίως κατάφερε να ενσωματώσει οργανικά στο σενάριο και ταυτόχρονα να σχολιάσει τη μεγαλύτερη αλλαγή που είχε επιβάλει η δεκαετία των ‘00s: την κυριαρχία των social media και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του διαδικτύου στην καθημερινότητα των εφήβων.

Με τον θάνατο του Γουές Κρέιβεν τέσσερα χρόνια αργότερα (το «Scream 4» έμελλε να είναι η τελευταία του ταινία) και με τη μεταφορά του concept σε τηλεοπτικό φορμά από το MTV (τρεις σεζόν διήρκεσε η σειρά, που πέρα από τη μορφή του Ghostface και το teen πλαισίωμα δεν είχε καμία άλλη σχέση με το σύμπαν των ταινιών), αλλά κυρίως με το μεγάλωμα της γενιάς που γαλουχήθηκε από τις πρώτες ταινίες, κάθε συνέχεια της ιστορίας φάνταζε απαγορευτική – ακόμα κι αν το πρωταγωνιστικό τρίο είχε επιβιώσει (σχεδόν) αλώβητο στο τέλος της 4ης ταινίας.

Και, ειλικρινά, δεν ξέρω τι (άλλο) μπορούμε να περιμένουμε από το πέμπτο «Scream» που κυκλοφορεί σε παγκόσμια πρεμιέρα αυτή την εβδομάδα, έντεκα χρόνια μετά τον προκάτοχό του και είκοσι πέντε μετά το ορίτζιναλ.

Συνεχίζοντας την τάση των σίκουελ/reboots που δεν φέρουν καν τον αύξοντα αριθμό στο τέλος του τίτλου (όπως το πρόσφατο «Halloween»), το νέο «Scream» σίγουρα θα σχολιάζει αυτή την τάση και σίγουρα θα είναι πιο meta από ποτέ – αν αναλογιστούμε το πόσο meta υπήρξε το «Matrix Resurrections», μάλλον ισχυροποιείται αυτή η προσέγγιση στις νεκραναστάσεις πεθαμένων franchises. Η αυτοαναφορικότητα, εξάλλου, κερδίζει τους φαν και είναι συχνά δείγμα σεναριακής εξυπνάδας.

Το στόρι εδώ μάλλον θα είναι κάτι ανάμεσα σε σίκουελ και reboot, στοχεύοντας προφανώς και σε ένα φρέσκο νεανικό κοινό που ήταν αγέννητο όταν βγήκαν οι πρώτες ταινίες – αγέννητη ήταν και μία εκ των νέων πρωταγωνιστριών, η Τζίνα Ορτέγκα, που γεννήθηκε το 2002!

Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα πρώτα σχόλια του διεθνούς Τύπου και του Twitter που το χαρακτηρίζουν «ιδιοφυές», «super fun» και «το καλύτερο από την εποχή του πρωτότυπου», κάτι σαν ένα love letter «για το οποίο ο Κρέιβεν θα ήταν περήφανος». Ενθαρρυντικό και το απίθανο tag line που δηλώνει ξεδιάντροπα πως «ο δολοφόνος βρίσκεται στην αφίσα», επιβεβαιώνοντας πως τα βασικά μοτίβα του θρύλου θα έχουν τηρηθεί.

Πιθανότατα τα νεαρά δίδυμα των σκηνοθετών και σεναριογράφων που συνεχίζουν τη βαριά παρακαταθήκη των Κρέιβεν και Γουίλιαμσον, οι Ματ Μπετινέλι-Όλπεν/Τάιλερ Τζίλετ και Τζέιμς Βάντερμπιλτ/Γκάι Μπιούσικ αντίστοιχα, επιλέχθηκαν με γνώμονα τη βαθιά αγάπη που φέρουν όλοι προς την πρωτότυπη μυθολογία και τον σεβασμό προς τη σημασία της στο είδος του τρόμου αλλά και στο σινεμά εν γένει. Η αγάπη μόνο, και ο σεβασμός, βέβαια, δεν αρκούν – το έχουμε δει και στο παρελθόν. Σε λίγα εικοσιτετράωρα θα ξέρουμε αν άξιζε ο κόπος.

RadioZografou

Wes Craven

ΜΕΣΩRadio Zografou
ΠΗΓΗlifo.gr
Προηγούμενο άρθροSPIDER-MAN No Way Home έως 12 Ιανουαρίου στο Αθήναιον
Επόμενο άρθροΗ σχολή JazzArt στην Αθήνα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ