Ο Γιώργος Μαζωνάκης αποκαλύπτεται σε πρώτο πρόσωπο

0
340

Για τη ζωή και την καριέρα του μιλάει ο Γιώργος Μαζωνάκης.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης, ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές στην Ελλάδα, αποκαλύπτεται σε πρώτο πρόσωπο στη «LiFO», όπως ποτέ άλλοτε.

«Η καταγωγή μου είναι από τη Σητεία της Κρήτης, αλλά έχω μεγαλώσει στη Νίκαια του Πειραιά, μια εποχή που υπήρχε ζωντάνια και τα παιδιά παίζαμε ακόμα στους δρόμους. Από μικρό παιδί ένιωθα και ήθελα να γίνω ηθοποιός -τραγουδιστής.»

«Έχω ζήσει γειτονιά, παιχνίδι, ένταση, ωραίες στιγμές, έθιμα, Πρωτομαγιές, όλα αυτά που γινόντουσαν εκείνα τα χρόνια. Είχα πολύ ωραία παιδικά χρόνια, αλλά τα εφηβικά δεν τα έζησα και τόσο πολύ γιατί είχα ξεκινήσει να δουλεύω από τα 15 μου. Στην Α’ Λυκείου τραγουδούσα σε μαγαζί.

Οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με το τραγούδι ούτε με έσπρωξαν σε αυτό, ήταν καθαρά δική μου αναζήτηση, δική μου ανάγκη. Μπορείς να την πεις και δική μου ανασφάλεια επίσης, αλλά αυτό το πράγμα ξεκίνησε καθαρά από μένα. Όμως όλοι, γονείς και φίλοι, το δέχτηκαν σαν να ήταν κάτι δεδομένο. Δεν εντυπωσιάστηκε κανείς όταν έγινα τραγουδιστής.

Είχα τέτοιο πάθος, τέτοια τρέλα με αυτό το πράγμα, που έμπαινα σε ταξί και με ρώταγε ο ταξιτζής «είστε γνωστός;». Ήταν τόσο έντονο το «θέλω» μου. Όχι με την έννοια της αλαζονείας, βέβαια, έχει διαφορά. Όταν ήμουν 13 χρονών πήγα κρυφά στα καμαρίνια της Μαρινέλλας στο REX και της είπα «γεια σας, είμαι συνάδελφός σας!». Αυτή είπε: «Φέρτε το παιδί μέσα». Θυμάμαι ότι είχε ένα υπέροχο πρόγραμμα σε ιλουστρασιόν χαρτί, μου υπέγραψε αυτόγραφο και μετά έριξε και λακ από πάνω για να μείνει ο μαρκαδόρος.

«Είναι λίγο μύθος το ότι μου αρέσει να προκαλώ. Τον μύθο, βέβαια, τον χρειαζόμαστε. Ό,τι συνέβη, συνέβη μέσα από παρέες και από συνεργασίες και δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι προκαλώ. Είμαι ένας άνθρωπος ντροπαλός κατά βάση, οπότε θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, και να ήθελα, να προκαλέσω.»

Ως μαθητής, κάθε πρωί στις 8, πηγαίνοντας με το λεωφορείο στο Πολυκλαδικό Λύκειο Αιγάλεω, περνούσα έξω από μια μουσική ταβέρνα κοντά στο σπίτι μου κι έβλεπα μέσα από τα τζάμια στον πρώτο της όροφο μια μικρή ράμπα με 3-4 φώτα. Εκείνη την εποχή αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Σταμάτησα, λοιπόν, μια μέρα και πήγα και χτύπησα την πόρτα αυτής της ταβέρνας, ζητώντας τους δουλειά. Είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα φωνητικής στο Εθνικό Ωδείο με την κυρία Διαμαντοπούλου.

Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα χρόνια έκανα παραστάσεις στο σχολείο μαζί με τον Γιώργο τον Τσιντίνη από το θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου. Χτύπησα δυο-τρεις φορές την πόρτα μέχρι να τους πείσω ότι είμαι ένας καινούργιος λαϊκός τραγουδιστής. Έτσι ξεκίνησα κι έπαιξα για πρώτη φορά στο «Μουσικό Ρετιρέ». Έτσι την έλεγαν την ταβέρνα.

Είμαι περισσότερο τολμηρός απ’ ό,τι τυχερός. Δεν πιστεύω στην τύχη. Κάπου διάβασα ότι «τύχη είναι εκεί όπου δεν έχει υπογράψει ο Θεός».

Το πιο μεγάλο μου όφελος από αυτό που έχω κάνει είναι ότι ακούω. Ακούω τους ανθρώπους, τους συνεργάτες, τους φίλους. Ακούω όσα θα μου πει ένας φίλος. Και πιστεύω ότι όλα τα πράγματα έχουν κάποιον λόγο που γίνονται. Ακόμα και τα δυσάρεστα γίνονται για να σου δείξουν κάτι.

Η μουσική για μένα είναι τα πάντα. Υπάρχουν στιγμές που ακούω μια μελωδία (από οτιδήποτε) και νιώθω ευγνωμοσύνη. Είναι ένα συναίσθημα που με ανατριχιάζει. Η μουσική εκπέμπει πολιτισμό, συναισθήματα, είναι για μένα αναπνοή.

Χρειάζεται να δώσεις μάχη με τον εαυτό σου για να φέρεις την επιτυχία σε ένα ίσιο επίπεδο κι αυτός ο αγώνας δεν σταματάει ποτέ μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου. Σαφώς και η επιτυχία έχει ένα τίμημα ‒ τι δεν έχει στη ζωή; Άλλωστε, αυτή είναι και η ομορφιά της, νομίζω. Μπορεί να έχασα πράγματα που αφορούσαν την προσωπική μου ζωή, αλλά, από την άλλη, ήταν επιλογή μου αυτό το πράγμα, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ήταν κατάρα.

Το θέμα της αναγνωρισιμότητας είναι άλλο ένα τίμημα, γιατί είναι δύσκολο να αντέξει ένας άνθρωπος όλο αυτό το φορτίο ‒ αυτό θέλει δουλειά. Θεωρώ ότι, μεγαλώνοντας, το τίμημα φαίνεται λίγο μικρότερο, τουλάχιστον στα μάτια τα δικά μου. Ή ίσως το προκαλώ για να φαίνεται μικρότερο.

Νομίζω ότι ο καλλιτεχνικός χώρος στην Ελλάδα με εμπόδισε να εκφραστώ, με την έννοια ότι στην Ελλάδα πάντα υπήρχαν κλισέ και ταμπέλες. Τώρα είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα, αλλά πάντα αυτά που ήθελα να κάνω είχαν να κάνουν με «γραφειοκρατία». Ευελπιστώ τα επόμενα χρόνια αυτό να αλλάξει και να μπορώ να κάνω ακόμα περισσότερα πράγματα, γιατί, αν με ρωτήσεις, θα σου πω με το χέρι στην καρδιά ότι αισθάνομαι πως τώρα τελείωσα το δημοτικό καλλιτεχνικά. Τώρα ξεκινάω, δηλαδή.

Το λέω αυτό γιατί μόλις τα τελευταία χρόνια η συνεργασία με τον εαυτό μου και τις αναζητήσεις μου και τα θέλω μου άρχισε να γίνεται πιο συνειδητή, οπότε αρχίζω να απολαμβάνω περισσότερο, να αντιλαμβάνομαι περισσότερο και να νιώθω περισσότερο ό,τι γίνεται γύρω μου. Βέβαια, εγώ από μικρός ένιωθα μεγάλος, οπότε αυτό δεν ισχύει λόγω ηλικίας αλλά λόγω εμπειρίας, πορείας ζωής και επιλογών ‒ κυρίως των ανθρώπων που είναι γύρω μου.

«Σώπα Κι Άκου» τη νέα επιτυχία του Γιώργου Μαζωνάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ