Mίλτος Πασχαλίδης: Δεν το παίζω τσάμπα επαναστάτης…

0
72

Μια κουβέντα με τον Μίλτο Πασχαλίδη, με αφορμή τη συναυλία του στο Θέατρο Βράχων στις 7 Ιουνίου.

Όλο και επανέρχεσαι. Δισκογραφικά και ζωντανά. Όχι πως αποσύρθηκες ποτέ. Ποια μοιάζει να είναι η ανάγκη, να συνεχίζεις να προτείνεις την τέχνη σου, αν σου έλεγα να ξεχωρίσεις μία;
Να λέω ιστορίες. Να αφηγούμαι. Αυτή είναι η καλλιτεχνική μου ανάγκη. Είτε το κάνω με μουσικό τρόπο, είτε με διηγήματα, μυθιστορήματα, κείμενα, στίχους. Θέλω να είμαι αφηγητής ιστοριών.

Τραγουδούσες τους πόνους, τις ανησυχίες, τις φοβίες, τις μικρές ελπίδες της γενιάς μου. Ήσουν συντροφιά, σαν φίλος που πίνουμε ένα καφέ μαζί του. Όσο ωριμάζεις, τι από όλα αυτά που τραγούδησες αφήνεις πίσω – αν υπάρχει κάτι – και τι σε «καίει» πλέον; Συνεχίζουν να σε επηρεάζουν οι ίδιες ανησυχίες ή νιώθεις να βρίσκεσαι σε ένα ψηλό κάστρο, πλήρης από σοφία και εμπειρία;
Ούτε εμπειρία έχω, ούτε σοφία υπάρχει. Δεν μπορώ να προσφέρω κάτι τέτοιο, σίγουρα. Ούτε για κακό αστείο. Και τα ίδια με καίνε που με καίγανε και πριν 25 χρόνια που ξεκίνησα. Παραφράζοντας την φράση που λέει πως «ένας σκηνοθέτης προσπαθεί όλη του την ζωή να γυρίσει μια ταινία», εμείς προσπαθούμε να πούμε ένα τραγούδι. Συνεχίζουμε και γράφουμε γιατί προφανώς όλες οι προσπάθειες μας αποβαίνουν ατελείς. Όσον αφορά την ωρίμανση, το μόνο που μένει μετά είναι η παρακμή. Απλά θέλω να ελπίζω πως προσπαθώ το άγουρο πράγμα να γίνει λίγο πιο ώριμο.

Το να είσαι διάσημος – και δεν θέλω να το αρνηθείς – δεν σε αποστασιοποιεί από τις σκοτούρες της καθημερινότητας; Πως μπορείς να κρατάς το πάθος και να γράφεις για αυτή όταν συχνά η βιομηχανία μετατρέπει τους καλλιτέχνες σε περσόνες; Πιο απλά: θεωρείς τον εαυτό σου επαγγελματία ή όπως ξεκίνησες, εραστή της τέχνης;
Είμαι και τα δύο. Είμαι επαγγελματίας με την έννοια πως κάνω μια εργασία κάνοντας την όσο καλύτερα μπορώ και ζώντας αξιοπρεπώς από αυτή. Αμείβομαι. Ταυτόχρονα έχω την ίδια καύλα, την οποία είχα πιτσιρικάς, να παίζω κιθάρα για τους φίλους, απλά οι φίλοι μου έχουν γίνει λίγοι περισσότεροι. Δεν υπάρχει καμιά περσόνα όταν πάω και ψωνίζω για παράδειγμα στην λαϊκή. Ο Μίλτος είμαι. Δεν υποδύομαι κάτι άλλο. Σαφώς είμαι αναγνωρίσιμος. Δεν το αρνούμαι αλλά δεν το έχω εισπράξει ως βία. Ένα «μπράβο» να μου έχουν πει ή πως με έχουν δει στην τηλεόραση. Πλάκα έχει και είναι ωραίο. Συμπαθητικό. Δεν μου έχει πει κανείς κάτι δυσάρεστο εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας, οπότε δεν το εισπράττω ως κάτι το αρνητικό. Είτε πάω λαϊκή, είτε το παιδί μου στο σχολείο, είτε είμαι σε μια συναυλία, δεν ξέρω αν εσείς βλέπετε τον Πασχαλίδη – εγώ δεν τον έχω δει ποτέ, δεν μου έχει τύχει -, ο Μίλτος συνεχίζω και είμαι. Και… δεν βγήκα και με το βρακί στο Σύνταγμα για να πουλήσω δημοσιότητα.

Η εργασία του να πεις μια ιστορία έχει ένα 5% ταλέντο και ένα 95% σκληρή χειρωνακτική εργασία. Να αντιμετωπίσεις τον δαίμονα του λευκού χαρτιού…

Η μουσική βιομηχανία ωστόσο δεν βάζει εμπόδια που μπορεί να μετατρέψει έναν καλλιτέχνη σε κάτι άλλο;
Όπου υπάρχει μουσική βιομηχανία. Στην χώρα μας δεν υπάρχει και δεν υπήρχε ακόμη και όταν πουλούσαν οι δίσκοι. Άρα όλα αυτά είναι μαλακίες. Να πούμε ότι έχει πιέσει την Madonna ή τον Springsteen, ναι. Αλλά να λέμε ότι έχει πιέσει και εμάς είναι για γέλια.

«Δεν υπάρχει τίποτα στο γράψιμο, απλά κάθεσαι στην γραφομηχανή και αιμορραγείς», είχε πει ο Hemingway. Το θεωρώ ενδεικτικό για την ουσία μιας προσωπικής γραφής, μιας – ας το πούμε – «ειλικρινούς» τοποθέτησης στους αξιακούς κώδικες της εποχής μας. Συμφωνείς με μια τέτοια δήλωση;
Την βρίσκω λίγο δραματική να σου πω την αλήθεια. Και επίσης λίγο ενδεικτική της πομπώδους νοοτροπίας του Hemingway. Αιμορραγείς κάποιες στιγμές αλλά υπάρχουν και άλλες που ασχολείσαι με την τεχνική αυτού που κάνεις. Η εργασία του να πεις μια ιστορία έχει ένα πέντε τις εκατό ταλέντο και ένα ενενήντα πέντε τις εκατό σκληρή χειρωνακτική εργασία. Να αντιμετωπίσεις τον δαίμονα του λευκού χαρτιού, έχει πολύ πράγμα που δεν είναι μόνο έμπνευση και αιμορραγία συναισθήματος. Χρειάζεται πάρα πολύ κόπο. Δεν πιάνω απλά την κιθάρα και αιμορραγώ.

Το είδος της μουσικής σου, ως αποτέλεσμα, ως λειτουργία – και όχι ως ιδίωμα που είναι μια μίξη σύγχρονου και παραδοσιακού, ντόπιου και ξένου – έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη της σύγχρονης – mainstream, δίχως αρνητικό πρόσημο – εναλλακτικής έντεχνης σκηνής. Πίσω ή αν θες πλάι στα ονόματα όπως Μάλαμας, Παπακωνσταντίνου, Χαρούλης που τους θέτω σε μια κοινή μουσική «παρέα», διακρίνω πάντα ένα Πασχαλίδη. Ωστόσο σε αυτή την παρέα δεν σε βλέπω συχνά ως φυσική παρουσία. Που θέτεις εσύ τον εαυτό σου; Εκτιμάς ότι υπάρχει αυτό το «ρεύμα» τα τελευταία χρόνια;
Ο Χαρούλης είναι πάρα πολλά χρόνια φίλος μου. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου δεν είναι φίλος μου αλλά τον εκτιμώ και τον συμπαθώ πάρα πολύ και τα τραγούδια του τα αγαπώ και τα τραγουδάω. Ο Μάλαμας, είναι ο πιο κοντινός μου από όλους. Βρισκόμαστε όμως όλο και πιο αραιά γιατί αυτός μένει στα Τρίκαλα. Μια φορά τον χρόνο πάει ο ένας σε μια συναυλία του άλλου και χαιρετιόμαστε σαν παλιοί συμμαθητές. Σαφώς με τιμάει να θεωρείς πως είμαι σε αυτή την «παρέα». Υπάρχουν αρκετές συγγένειες με τα τραγούδια τους. Αλλά εγώ βρίσκω συγγένειες και με τα τραγούδια του Βαγγέλη Γερμανού, του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, όπως και με τραγούδια μεγάλων συνθετών όπως του Μαρκόπουλου ή του Λοΐζου, που με έχουν επηρεάσει πολύ. Δεν ξέρω αν ανήκω σε μια ομάδα. Αλλά αν κάποιος με βλέπει σε μια τέτοια, αυτό είναι ωραίο. Αυθαίρετο ίσως αλλά έχει πλάκα.

Δεν θέλω να σας χαλάσω τον ρομαντισμό, αλλά τα «πεφταστέρια» είναι σκουπίδια του σύμπαντος. Δεν περιμένεις κανένα σύμπαν να πραγματοποιήσει τις ευχές σου.

«Περσείδες, μια σπουδή στην απώλεια», ο τίτλος του νέου δίσκου. Τραγούδια προσωπικά, κάτω από έναν αυγουστιάτικο ουρανό. Άκου μια ιστορία: Πριν λίγα χρόνια, στην Λευκάδα με κάτι φίλους, σε ένα βουνό νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα και όλα ήσυχα όπου άξαφνα αρχίσαμε να βλέπουμε λάμψεις στον ουρανό. Ένας της παρέας φωνάζει έκπληκτος «Πάει, καταστρέφεται ο κόσμος!». «Όταν διαλύεται το σύμπαν» έγραψες στο σημείωμα του δίσκου, άρα είναι βάσιμος ένα τέτοιος συνειρμός ή τα αστέρια που πέφτουν παραμένουν κάτι το ρομαντικό εν είδει ευχής και ελπίδας;
Οι Περσείδες είναι τα πεφταστέρια του Αυγούστου. Την στιγμή που πέφτανε, εγώ βίωνα μια προσωπική απώλεια. Τόσο μεγάλη και τόσο βαθιά που με ανάγκασε να στραφώ μέσα μου, να πέσω με το κεφάλι σε μια άβυσσο. Με ένα κόσμο να συνθλίβεται. Και έτσι, σκέφτηκα ότι όταν γκρεμίζεται ένα σύμπαν πρέπει να φτιάξεις ένα καινούριο για να κατοικήσεις. Ο Επίκτητος έλεγε: «Όταν σου καίγεται το σπίτι, απλά ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις». Ευφυολόγημα μοιάζει αλλά δεν είναι ακριβώς τέτοιο. «Ταξίδευε με ελαφρές αποσκευές», έχει πει επίσης, εννοώντας τα φορτία μέσα σου να είναι ελαφρά. Να μην παίρνεις μαζί σου όλες τις συναισθηματικές σου αποσκευές οι οποίες σε βαραίνουν στο ταξίδι. Οι Περσείδες, λοιπόν, με πετύχανε πάνω σε ένα προσωπικό γκρέμισμα και φώτισαν αυτό το σχεδόν μεταφυσικό ή παγανιστικό που έχουμε με τις ευχές. Έχει μεγάλη πλάκα – και δεν θέλω να σας χαλάσω τον ρομαντισμό -, αλλά τα πεφταστέρια είναι σκουπίδια του σύμπαντος. Υπάρχει αυτή η δοξασία αλλά ως γνωστόν οι ευχές δεν πραγματοποιούνται επειδή κάποιος τις κάνει. Τις ευχές τις πραγματοποιείς εσύ. Δεν περιμένεις κανένα σύμπαν να τις πραγματοποιήσει. Μακριά από εμένα, λοιπόν, ο ρομαντισμός. Αν θέλει κάποιος να βλέπει ρομαντισμό όμως, είναι απόλυτα νόμιμος.

Μη φορτώνετε στους καλλιτέχνες πράγματα που δεν ζητήσαμε. Να ταρακουνήσουμε, να ξεσηκώσουμε το κοινό. Εμείς γράφουμε μουσική

Τι γίνεται με την ηθική, την αξιακή κατάσταση του κόσμου; Μοιάζει πλέον, να μην μας νοιάζει τίποτα. Ο μουσικός τι προσφέρει για να την ταρακουνήσει, να την επαναφέρει ή να την επαναδομήσει μέσα στην ζωντάνια, την ευθύτητα, την αυτοπεποίθηση;
Ο μουσικός κάνει μια εργασία όπως ο υδραυλικός ή ο τσαγκάρης. Είναι μια χειρωνακτική εργασία. Πρέπει να κάνεις ωραία τραγούδια τα οποία αφορούν κάποιον και να μπορεί ο άλλος να αισθανθεί μιας μορφής ανάταση από αυτό – αν τα καταφέρει. Στην βάση αυτή προσπάθησα να πω κι εγώ μια ιστορία που θα αφορά και άλλους, με τον νέο δίσκο. Γιατί η τέχνη δεν πρέπει να είναι ούτε ενδοσκοπική, ούτε αυνανιστική. Όπως λέει ο Μαγιακόφσκι: «Η τέχνη να φωτίζει και να μεγεθύνει». Αν εγώ τα κατάφερα, με τον δίσκο, να φτιάξω ένα σύμπαν που κάποιος μπορεί να πιαστεί, να στηριχθεί, να αισθανθεί καλύτερα ή να παρηγορηθεί, κάτι πέτυχα. Αλλά μην μας φορτώνετε πράγματα που δεν ζητήσαμε. Να ταρακουνήσουμε, να ξεσηκώσουμε. Εμείς γράφουμε μουσική. Αν είναι καθαρή όπως η ματιά σου καταφέρνοντας να βρεις ένα εκφραστικό μέσο να το πεις σωστά και όπως πρέπει, τότε το επακόλουθο τους θα είναι αυτά που ανέφερες. Το να το κάνεις επί τούτω είναι ύποπτο. Σχεδόν χυδαίο. Το μόνο που καταφέρνω είναι να ναρκισσεύομαι. Να κοιτάω το καθρέπτη και να λέω: «Κοίτα τι ωραίος που είμαι και τι ωραία τους ξεσήκωσα». Αυτό δεν είναι τέχνη. Είναι δημόσιες σχέσεις. Τέχνη είναι να καταβυθιστείς μέσα σου. Να βρεις αυτό το μικρό ακατέργαστο πράγμα και μετά να εργαστείς σοβαρά, για να πεις αυτό που θες να πεις. Εγώ γράφω αυτό που αντιλαμβάνομαι. Αν αυτό μεταφραστεί ως τέτοιο, αν καταφέρει να διεγείρει πλήθη, τόσο το καλύτερο. Ωστόσο είτε ένα τραγούδι τα καταφέρνει, είτε όχι, έχει το ίδιο ακριβώς κόπο για να γραφτεί.

Έθεσες το ζήτημα των δημόσιων σχέσεων. Τι ποσοστό η τέχνη στην Ελλάδα είναι θέμα δημοσίων σχέσεων και τι τελικά αξίας του καλλιτέχνη;
Η τέχνη που με αφορά εμένα δεν έχει «PR». Αυτή που ακούω, που υπηρετώ και αυτή που αγαπώ. Μηδέν τις εκατό. Το άλλο δεν το αντιλαμβάνομαι ως τέχνη. Προφανώς υπάρχουν άνθρωποι που είναι στο επάγγελμα και έχουνε μια ομάδα υποστήριξης που δεν το κακίζω, απλώς δεν με αφορά. Είναι άλλο πράγμα, δεν είναι μουσική. Τώρα κάνουμε μια συνέντευξη που είναι μέρος της εργασίας. Αλλά μην φανταζόμαστε ότι όλοι στην Ελλάδα, ξημεροβραδιαζόμαστε σε κοκτέιλ πάρτι. Δεν προλαβαίνουμε κιόλας…

Ραδιόφωνο: Τι ίδια και τα ίδια. Playlists αδιάφορα, επαναλαμβανόμενα, ανώδυνα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση;
Δεν ξέρω. Σαφώς έχει να κάνει με τα λεφτά αυτό και με την οικονομική κρίση. Δεν είναι ιδεολόγημα δηλαδή. Δεν πιστεύω ότι ξύπνησε ένα πρωί ένας διευθυντής και είπε: «Α απολύστε τους μισούς και θα παίζουμε playlist». Υπάρχουν ραδιόφωνα στην Αθήνα, ωστόσο. Δεν έχουν φυσικά, ούτε τα ακούω με την ίδια φρεσκάδα όπως είκοσι χρόνια πριν. Θα ήθελα σαφώς να ακούω πιο πολύ ανθρώπους να μιλάνε αλλά ξέρεις νομίζω έχει χαθεί, ανεπιστρεπτί, εκείνη η στόφα του ραδιοφωνατζή, γιατί αυτοί που μιλάνε τώρα, σκέφτεσαι: «μήπως θα ήταν καλύτερα να μην μίλαγες ρε φίλε;». Πριν είκοσι χρόνια υπήρχαν άνθρωποι που ήταν αληθινά ταγμένοι στο ραδιόφωνο, τώρα οι περισσότεροι το κάνουν είτε ως δεύτερη εργασία, είτε ως απομεινάρια του παρελθόντος… Η μουσική πάντως δεν πρόκειται να σταματήσει.

Η επιστροφή σε μικρούς χώρους τύπου καφενείου ή μπουάτ μου φαίνεται σχεδόν απεχθής. Δεν νομίζω ότι παράγεται εκεί μέσα μουσική. Μάλλον ένα είδος κακομοιριάς παράγεται που λέει: «Εμάς μας έφαγε το κύκλωμα». Κύκλωμα δεν έχω δει, τριάντα χρόνια στη δουλειά.

Μουσικές σκηνές: Κατά την γνώμη μου, σαββατιάτικοι έξοδοι με το πρόσχημα της «έντεχνης» ποιότητας. Κάπως αποστειρωμένοι. Ξηροί καρποί, κοστούμια, τακούνια και ουίσκια. Επαναφορά μιας 80s αισθητικής.
Να τους πούμε να αλλάξουνε γκαρνταρόμπα αν δεν σου αρέσει.

Θα μπορούσα να το κάνω. Πάντως, προφανώς δεν θεωρώ υπόλογους τους μουσικούς, το έργο τους. Δεν πεθύμησες εκείνα τα μικρά μαγαζιά ή ακόμη και τα καφενεία όπου ο μουσικός ήταν πλάι στο κοινό του και όλα αποτελούσαν ενός τύπου βίωμα; Δεν θεωρείς ότι και ο χώρος είναι βασικός τομέας της αισθητικής και της λειτουργίας της μουσικής τέχνης για να έχει εκτόπισμα;
Πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτά. Τι θες; Να επιστρέψουμε στα καφενεία; Έχω παίξει και σε καφενείο. Αλλά πως θα ζήσουμε με αυτό; Έχω έξι ανθρώπους μαζί μου, οι οποίοι έχουν οικογένειες. Ποιος θα πρωτοπληρωθεί; Θα πάρουμε ο καθένας εφτά ευρώ; Δεν γίνεται αυτό. Και με τους «Χαΐνηδες» που είμασταν κολεκτίβα, δεν παίζαμε σε καφενεία. Σε πανηγύρια παίζαμε. Μάλλον έχεις μια πολύ λαθεμένη εικόνα το τι είναι η μουσική βιοτεχνία στην Ελλάδα. Εγώ θα ήθελα να ανοίξουν κι άλλοι χώροι – γιατί τα τελευταία χρόνια κλείνουνε – που να μπορούν να στεγάσουν την μουσική μας και να ακούει ο κόσμος σωστά. Τι να κάνουμε τώρα που έχουν κοστούμια; Τουλάχιστον δεν έχουν μετρ. Εγώ προσπαθώ να αποφεύγω μαγαζιά που έχουν φυσιογνωμία νύχτας. Από την άλλη, η επιστροφή σε μικρούς χώρους τύπου καφενείου ή μπουάτ μου φαίνεται σχεδόν απεχθής. Θα ήθελα να υπάρχουν και να ανθίζουν όλοι οι χώροι αλλά δεν νομίζω ότι παράγεται εκεί μέσα μουσική. Μάλλον ένα είδος κακομοιριάς παράγεται που λέει: «Εμάς μας έφαγε το κύκλωμα». Κύκλωμα δεν έχω δει, τριάντα χρόνια στη δουλειά. Πραγματικά μου φαίνεται αδιανόητη αυτή η συζήτηση που λέει: «δεν μ άφησε το κύκλωμα να πάω μπροστά». Και όταν ξεκίνησα στην δισκογραφία, ήμουν δακτυλοδεικτούμενος. Τύπου «ποιος είναι αυτός εδώ και τι ήρθε να κάνει;». Αλλά δεν μου έκλεισε κανείς τον δρόμο. Την πόρτα επανειλημμένα και με αγενέστατο τρόπο. Τον δρόμο όμως δεν τον έφραξε κανένας.

Μουσικός, στιχουργός, συγγραφέας. Ο καλλιτέχνης δεν έχει εκφραστικά σύνορα. Ασχολείσαι με άλλες μορφές τέχνης;
Δεν ξέρω να κάνω καλά τίποτα άλλο. Δεν ξέρω να χορεύω, δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο με τα χέρια πέρα από το να παίζω κιθάρα. Δεν ξέρω να ζωγραφίζω ή γλυπτική. Έχω παίξει λίγο θέατρο νεότερος αλλά μέχρι εκεί. Θα με ενδιέφερε το σινεμά, μιας και με ενδιαφέρει η τέχνη της αφήγησης. Από την μεριά του αφηγητή, του δημιουργού όμως, όχι του πρωταγωνιστή.

Τις μελετάς όμως; Τις προσεγγίζεις;
Το θέατρο πιο πολύ. Με ενδιαφέρει ως δράση, ως κείμενο, ως φόρμα. Από σινεμά, είμαι και εγώ ένας τύπος που βλέπει ταινίες. Από Ταρκόφσκι μέχρι Μελ Γκίμπσον. Έχω γράψει μουσική και για θέατρο και για σινεμά αλλά είναι παντελώς άγνωστες. Νεότερος, όταν το όνομα μου δεν ήταν κράχτης. Τώρα δεν υπάρχουν και λεφτά. Δεν έχουν να πληρώσουν τις ώρες που χρειάζεται για να γραφτεί τέτοια μουσική.

Documenta14. Είδες κάτι;
Τι είναι αυτό; Διάβασα κάτι αλλά δεν έχω ιδέα τι είναι. Κοίτα, δεν ήρθε να με προσεγγίσει οπότε γιατί να ενημερωθώ;

Υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από αυτή. Εκατομμύρια ευρώ από την μια για να δούνε όπως λένε «έναν λαό σε κρίση». Σαν ζωολογικός κήπος όπου οι «καλλιτέχνες» είναι οι επισκέπτες;
Πλάκα έχει. Κατά ένα τρόπο, είμαστε ζωολογικός κήπος. Βγαίνεις στον δρόμο και ο άλλος θέλει να σου φάει το λαρύγγι. Ημιάγρια κατάσταση. Ο κόσμος είναι εξαγριωμένος. Και τα βάζει επί δικαίων και αδίκων. Όσο αφορά την Documenta απλά το έχω ακούσει. Αποφάσισα να μην ψάξω γιατί μου φάνηκε κάπως εστέτ το όλο πράγμα. Σαν να είναι κάποιοι σνομπ τύποι. Μπορεί να κάνω λάθος και να το αδικώ. Το μόνο που έχω δει, σε μια φωτογραφία, είναι ένας τύπος με κάτι μπλε πρόβατα. Δεν ξέρω τι ήθελε να πει. Κάτι θα είχε στο μυαλό του. Εγώ είμαι της πιο πραγματιστικής τέχνης. Δεν φτάνει για να πεις κάτι, να βάψεις μπλε τα πρόβατα. Άσε που μου φαίνεται και λίγο αντιοικολογικό και ελπίζω να μην τα έβλαψε τα ζωντανά. Όπως και να έχει, δεν μου φαίνεται και πολύ συγκινητικό αυτό.

Μακριά από εμένα κάθε μορφή νοσταλγίας. Θέλω να θυμάμαι – και τα θυμάμαι όλα – με καθαρό μυαλό. Δεν νοσταλγώ τίποτα. Η νοσταλγία είναι μεγάλη θηλειά

Τα μίσησες τα ολόχρυσα κλουβιά μας. Παρόλο όμως που μοιάζουν να σκούριασαν, δεν παραμένουν παρά κλουβιά – όπως θα έλεγε και ο Matt Elliott -. Όλοι κοιτάμε την δουλίτσα μας. Πότε θα μας φας, λοιπόν; Νιώθεις να παραμένεις από τους εναπομείναντες «Χαΐνηδες» με την κυριολεκτική σημασία της λέξης;
Χαΐνης είμαι εκατό τις εκατό. Όμως δεν θα σας φάω. Ή τουλάχιστον και να σας φάω δεν χωνεύεστε με τίποτα… Ο ποιητής Αργύρης Μαρνέρος έχει γράψει την φράση: «Κανείς δεν θα σου περάσει αλυσίδες στο πόδι αν δεν τον αφήσεις να σου πάρει τα μέτρα». Τα κλουβιά μπορεί να μην είναι ολόχρυσα αλλά τενεκεδένια. Παραμένουν όμως κλουβιά ή αλυσίδες που μας κρατάνε δεμένους. Στην πραγματικότητα πρόκειται περί αυτοπεριορισμού. Δεν υπάρχουν. Έχουμε μπει μόνοι μας μέσα στο κλουβί και έχουμε γίνει έξαλλοι, παραπονιόμαστε. Κανείς όμως δεν μπορεί μόνος του, γίνεται και γραφικός. Αν μαζευτούμε πολλοί κάτι μπορεί να γίνει. Νεότερος, που ήμουν και πιο αντιδραστικός, πιο «του δρόμου», – όχι ότι έχω γίνει του σαλονιού – ο Μάνος Ξυδούς μου έλεγε: «Ε μαλάκα, έχεις ένα πιρούνι και πας να σκοτώσεις τον δράκο. Δεν γίνεται. Ή θα πάρεις οπλοπολυβόλο ή θα μαζευτούμε καμιά εκατοσταριά πιρούνια μπας και νιώσει το τσίμπημα». Όταν γίνουμε πολλοί, λοιπόν, θα τους φάμε όλοι μαζί. Αυτή είναι η απάντηση.

Μήπως όμως όλοι έχουμε ανάγκη μια «τσούλα» να την θυμόμαστε και να αποκοιμόμαστε ενώ γύρω μας θα πέφτουν πυρηνικά;
Μακριά από εμένα κάθε μορφή νοσταλγίας. Θέλω να θυμάμαι – και τα θυμάμαι όλα – με καθαρό μυαλό. Δεν νοσταλγώ τίποτα. Η νοσταλγία είναι μεγάλη θηλειά. Κοίτα όμως να δεις. Το σύστημα έχει πολλούς τρόπους να σε αποκοιμίζει. Και επίσης είμαστε μέρος του συστήματος. Δεν είπα ποτέ πως είμαι αντισυστημικός. Όλους μου τους δίσκους τους έχω κάνει σε πολυεθνική. Δεν ήμουν ανεξάρτητος. Εξαρτημένος ήμουν. Απλώς κανείς δεν μου έλεγε τι θα κάνω. Η κατάκτηση μου είναι ότι δεν επέτρεψα σε κανέναν να μου υποδείξει πώς θα κάνω αυτό που θέλω να κάνω. Αλλά δεν το παίζω τσάμπα επαναστάτης. Ο μόνος τρόπος να επανέλθει η «συλλογική σύμβαση εργασίας», είναι να επανεφεύρουμε την συλλογικότητα. Μέχρι τότε θα είμαστε με ένα πιρούνι στο χέρι και με τον δράκο απέναντι.

 

Χώρος: Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη –  Τετάρτη 7 Ιουνίου στις 21.00

Τιμές Εισιτηρίων: Γενική είσοδος 14€ – Προπώληση 12€

Πληροφορίες: Προπώληση: VIVA.gr, 11876, και σε όλα τα καταστήματα: SHELL, My market, metro, Ευριπίδης, εκο, bp. Media Markt, seven spots, citizen και RELOAD Αποκλειστικά στα βιβλιοπωλεία ΙΑΝΟΣ «φυσικά εισιτήρια» των 12€ για συλλέκτες!

Παραστάσεις: 9 Ιουνίου: Γήπεδο Ορφέα, Λευκωσία / 16 Ιουνίου: Μονή Λαζαριστών, Θεσσαλονίκη / 30 Ιουνίου: Ρωμαϊκό Ωδείο, Πάτρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here