Ο Ξεχωριστός Φώτης Σιώτας

0
32

Είναι ο frontman στους Σωτήρες που ο πρώτος τους δίσκος είναι ένα φωτεινό σημάδι στο σκοτάδι της ελληνικής μουσικής. Είναι επίσης ένας εργάτης της μουσικής αφού με το βιολί του έχει συμμετάσχει σε πάρα πολλά σχήματα που έχουμε αποθεώσει.

«Ρε συ, πολύ ωραίος τύπος αυτός.» Ο Φώτης Σιώτας μόλις μας έχει αφήσει και κατεβαίνουμε με τον Δημήτρη Κουλελή την οδό Αναπαύσεως στο Μετς. Η διαπίστωση βγήκε αβίαστα, όπως αβίαστα αντιλαμβάνεται κανείς την ποιότητα των πραγμάτων με τα οποία καταπιάνεται. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, βρήκε στέγη στο ιστορικό στούντιο του Παπάζογλου, ακολουθεί για πολλά παραπάνω από είκοσι χρόνια τον Σωκράτη Μάλαμα, ήταν στους Λαϊκεδέλικα που σάρωσαν τα πάντα μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Μετά πήρε το βιολί του και ξεκίνησε πιο προσωπικά πράγματα. Μαζί με τον κιθαρίστα Κώστα Παντέλη βγάζουν τον τρίτο δίσκο του ατμοσφαιρικού και κινηματογραφικού Sancho 003. Μαζί πάλι με τον Παντέλη αλλά σε συνεργασία με τον κύπριο μουσικό Λευτέρη Μουμτζή και το δραστήριό του label Λουβάνα και τον Βασίλη Μπαχαρίδη στα τύμπανα, παρουσιάζουν ό,τι πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου έχει εμφανιστεί στην ελληνόφωνη μουσική τα τελευταία χρόνια. Οι Σωτήρες ήρθαν να τη σώσουν και να τη βγάλουν από τον μουσικό και στιχουργικό λήθαργο. Είναι σαν όλα τα ρεύματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή από το Μπρούκλιν μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη και το Λονδίνο να ήρθαν και να βρήκαν ελληνικό στίχο. Με αυτή τη συνέντευξη ξεκινά και ένας αγώνας για ν’ ακούσουν όσο πιο πολλοί γίνεται αυτή τη μπάντα, μπας και σωθούμε.

Πότε ξεκίνησες ν’ ασχολείσαι με τη μουσική; Στην παιδική χορωδία της Αγίας Τριάδας στη Θεσσαλονίκη, καλή χορωδία, σε καλό επίπεδο. Kάναμε τρεις πρόβες την εβδομάδα.

Τί στυλ χορωδία δηλαδή; Έκανε σοβαρά έργα. Παλεστρίνα, Μοντεβέρντι, συνεργαζόταν με την Κρατική Ορχήστρα της Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Ήταν βασικά μια τρέλα ενός ανθρώπου, που ακόμα έχει την χορωδία. Ο άξιος Βασίλης Παπακωνσταντίνου-όχι ο γνωστός – ο οποίος πραγματικά το πήρε και το τερμάτισε. Εκεί έμαθα μουσική.

Το ότι ήταν στην Αγία Τριάδα ήταν σχετικό με το Θεό; Στεγαζόταν στην εκκλησία αλλά το ρεπερτόριο δεν ήταν σχετικό.

Πιτσιρικάς τώρα και Μάλερ; Δεν καταλάβαινα αλλά μαθαίναμε μουσική εκεί μέσα. Αυτό ήταν. Κάναμε και Χατζιδάκι και πιο ελαφρά πράγματα. Αλλά εντάξει εκεί μάθαμε μουσική, από αυτόν τον άνθρωπο και μετά πήγα στο Ωδείο.

Χαβαλές υπήρχε; Καθόλου! Ήταν πολύ σοβαρή κατάσταση. Μπορεί να είναι και η πιο επαγγελματική συνθήκη που έχω μπλέξει.

Ένας πιτσιρικάς την αντέχει αυτή την πειθαρχία; Κοίταξε, μάλλον η χορωδία ήταν καλή συγκυρία γιατί είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να τραγουδάς και να ακούς τους άλλους, τη φωνή σου μέσα σε πολλές φωνές. Άμα είσαι καλλίφωνος είναι πιο απλό να μπεις μέσα σε ένα τέτοιο κόσμο. Δεν χρειάζεται να κάνεις δυο τρία χρόνια μάθημα να μάθεις το όργανο, να βγάζεις ήχο και μάλλον αυτό με γλύκανε. Μου άρεσε πάρα πολύ και άντεξα και όλο το σύστημα έτσι όπως ήταν. Και καταλαβαίνεις κιόλας ότι όλη η πειθαρχία αυτή δεν ήταν για τους τύπους, αλλά για να μπορέσουμε να βγάλουμε πιο δύσκολο κομμάτι, να ανεβεί το μουσικό επίπεδο.

Στη Θεσσαλονίκη που έμενες; Έμενα στο Ντεπώ, στον Άγιο Λευτέρη στην εκκλησία κοντά και εκεί ήταν και το πρώτο σχολείο που πήγα, το 1ο Δημοτικό. Το Ντεπώ έχει πάρει την ονομασία του από τις παλιές αποθήκες και ήταν σαν προάστιο με πολλές μονοκατοικίες. Έμενα ένα δρόμο από εκεί που έμενε ο Τσιτσάνης σόγαμπρος. Μάλιστα η γιαγιά μου με τη γυναίκα του είχανε φιλική σχέση στη γειτονιά.

Λαϊκή γειτονιά; Ναι, λαϊκά – αστικά θα το έλεγα. Πολλές μονοκατοικίες, τώρα έχει γίνει προάστιο. Υπήρχε και ένα ποτάμι το οποίο χτίστηκε μετά και τώρα είναι η οδός Βούλγαρη. Από το 85 και μετά έγινε τρελή ανοικοδόμηση.

«Η Θεσσαλονίκη πάντα γυρίζει και βγάζει πολύ ωραία πράγματα. Έχει ακόμα πάρα πολλές μπάντες που είναι μάχιμες. Οι πολυκατοικίες πίσω από τα Λαδάδικα ας πούμε ήταν και ακόμα είναι όλο στούντιο.»

Εσύ γιατί κατέβηκες από Θεσσαλονίκη; Για μουσικού λόγους; Ναι και επειδή λίγο βαρέθηκα. Είχα και φίλους στην Αθήνα, ήθελα να δω και κάτι άλλο. Κάπως έπηξα πάνω. Ήμουν και γενικά του γυρίσματος, ο πατέρας μου ήταν στο στρατό και έχω πάει σε πολλές πόλεις. Έβρο, στις Φέρες για δυο χρόνια, Καβάλα για ένα χρόνο, στην Κύμη στην Εύβοια.

Στον Έβρο συναντάς μια παράξενα Διεθνή Ελλάδα; Στην συνοικία που πήγα, μπορώ να σου πω και ας ήμουν νηπιαγωγείο, ήταν καταπληκτικά. Θυμάμαι οι πρώτες μου εικόνες είναι από εκεί. Το νηπιαγωγείο ήταν σε ένα λόφο πάνω και ζούσαμε σαν το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.

Ήσουν καλός μαθητής; Ε, δεν θα το έλεγα, και όσο περνούσαν τα χρόνια είχα πάρει και απόφαση να ασχοληθώ με το βιολί.

Όλα τα παιδάκια διαλέγουν κιθάρες και ντράμς και εσύ το βιολί σου; Είναι πιο δύσκολο γι’ αυτό δεν είναι δημοφιλές. Θυμάμαι σε μια γιορτή του σχολείου που είχα πάει να παίξω, ξεκουρδίστηκε το βιολί, δεν μπορούσα να ξεκινήσω και είπα: «Συγνώμη, ξεκουρδίστηκε». Αυτή η φράση έχει μείνει ακόμα. Απλά είχα αυτή τη βάση από τη χορωδία και μετά πήγα στο κρατικό Ωδείο, εκεί έκανα ένα χρόνο ιδιαίτερα και βγήκα με εξετάσεις. Εκεί τα πράγματα ήταν καλά και βρήκα ένα δρόμο, μια ασχολία. Έκανα και φίλους εκεί οπότε ήμασταν κάπως κοινωνικοποιημένοι. Το όργανο αυτό είναι πολύ δύσκολο και έχοντας κατακτήσει ένα μικρό μέρος της τεχνικής αυτής, εκφραζόμουν μέσα από αυτό. Βλέποντας κιόλας εκεί στα 16-17 κάποιες μπάντες που είχαν βιολί, είδα ότι μπαίνει και σε άλλες μουσικές. Γλυκάθηκα. Θυμάμαι άκουγα, Walkabouts, Bad seeds, Levellers, Pogues.

Μιας και μιλάμε για Θεσσαλονίκη, έχει πέσει λίγο η καλλιτεχνική παραγωγή; Τώρα ξαναβγαίνουν πράγματα, πάντα έτσι κάνει η Θεσσαλονίκη. Είναι μια πόλη που έχει τα πάντα, όλες οι μικρές πόλεις της Μακεδονίας έρχονται εδώ, είναι σαν ένα παζάρι. Όλοι επαρχιώτες είμαστε και εγώ επαρχιώτης είμαι. Η Θεσσαλονίκη πάντα γυρίζει και βγάζει πολύ ωραία πράγματα. Έχει ακόμα πάρα πολλές μπάντες που είναι μάχιμες. Οι πολυκατοικίες πίσω από τα Λαδάδικα ας πούμε ήταν και ακόμα είναι όλο στούντιο.

Πάντως το κλασσικό ρεπερτόριο δεν σε κέρδισε; Όχι ιδιαίτερα αλλά ούτε η παράδοση, η παράδοση θέλει να πας πάνω στα χνάρια της μουσικής.

Θα έκανες ποτέ ολόκληρο πανηγύρι; Δύσκολο, μπορεί να φάω και ξύλο

Ο κόσμος άρχισε να σε μαθαίνει πιο πολύ από τότε που συμμετείχες με τους Λαϊκεδέλικα στις συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πως εξηγείς το απίστευτο γκελ που είχε τότε ο Θανάσης; Εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που έγραφε πολύ ωραία τραγούδια, μελωδίες, φοβερούς στίχους, παρουσίασε μια διαφορετική έτσι τεχνική από το έντεχνο και έβαλε μέσα όλο τον προσωπικό του κόσμο, όλη του την αναζήτηση. Μετά βρέθηκε και όλη η παρέα που ήμασταν έτσι και καλοί φίλοι μεταξύ μας.

Περίμενες όταν κατεβήκατε πρώτη φορά στην Αθήνα ότι θα έχει τέτοια απήχηση; Όχι, δεν το περιμέναμε. Λέγαμε, σιγά ποιος θα έρθει. Γινόταν χαμός και διώχναμε κόσμο, κάτσαμε τόσες μέρες παραπάνω. Είχαμε και τη Μάρθα (Φριντζήλα) που δεν την είχε ακούσει πολύς κόσμος. Αλλά όλη η παρέα αυτή ήταν πολύ υψηλού επιπέδου. Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, ο Μπαντουκ, ο Μπασλάμ, ο Μυστακίδης, ο Αποστολάκης, ο Στόικος που ήταν το πιο βαλκανικό στοιχειό.

Σε ενοχλεί που κόσμος από κάτω περιμένει μόνο το πανηγύρι αντί να κάτσει να δώσει σημασία στην ποιότητα των μουσικών; Αυτό έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, στην αρχή δεν ήταν έτσι. Τώρα βλέπεις ότι ο κόσμος απλά θέλει να πάει να ξεσπάσει. Αλλά στην αρχή νομίζω παίζαμε και στο «Χώρα» ήταν διαφορετικό το κλίμα. Ήταν όλοι καθιστοί, είχαμε μαξιλάρια κάτω, γινόταν και το νταβαντούρι στο τέλος αλλά είχε διαφορετικό ρυθμό και κόσμο που άκουγε. Μέτα έγινε λίγο μόδα.

Μετά από αυτό το μπαμ, ξεκίνησε να χάνει λίγο το ελληνικό τραγούδι; Εννοείται. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό. Πήρε λίγο αρνητική χροιά και έγινε λίγο μπίζνα η φάση και κάπου κατηγοροποιήθηκε όλο αυτό. Όλοι το πήραν ότι έντεχνος είναι ο ένας, έντεχνος είναι και ο άλλος και αν τους δεις δεν έχουν καμιά σχέση. Βγήκαν ραδιόφωνα για το έντεχνο, περιοδικά για το έντεχνο, μουσικές σκηνές. Αυτό είναι και καλό και κακό μετά με την έννοια ότι μαζεύτηκε πολύ μπάζο. Δηλαδή, υπήρχε δισκογραφική που έβγαζε τρεις έντεχνους δίσκους την ημέρα, όπου ο κάθε καλλιτέχνης μετά δεν θα έπαιζε πουθενά να το υποστηρίξει αυτό το πράγμα. Η δικιά μου παρέα δεν νομίζω όμως είχε καμιά σχέση ούτε με τον Θανάση ούτε με τους «Επισκέπτες» που και αυτή ήταν μια πολύ ωραία μπάντα.

Το Σωτήρες έγινε «Σωτήρες» γι’ αυτό το λόγο για να μην ακούνε Φώτης Σιώτας και να λένε, α πάμε να ακούσουμε το «Αερικό».

Κάποια στιγμή ξεκινάς και εσύ τις δικές σου μπάντες. Το Sancho 003 μαζί με τον κιθαρίστα Κώστα Παντέλη όπου πειραματίζεστε αρκετά. Με τον Κώστα Παντέλη ήμασταν φίλοι έτσι από τη γειτονιά και βρισκόμασταν σαν πιτσιρίκια μετά τα 20 που δούλευε σ’ ένα καφέ και κάναμε πλάκα λέγοντας να παίξουμε μαζί. Αυτός ήταν στους «Πίσσα και Πούπουλα» και εγώ έπαιζα λίγο λαϊκά και ρεμπέτικα. Κατεβήκαμε Αθηνά και οι δυο την ίδια εποχή τυχαία και με το που κατεβήκαμε αρχίσαμε να κάνουμε παρέα να μαζευόμαστε σε σπίτια. Έτσι έγινε το Sancho 003. Έτσι πιο πολύ παρέα και μετά μουσική. Βέβαια τώρα πάμε για τον τρίτο δίσκο.

Χάνεσαι μέσα στα σχήματα; Χάνεσαι ναι, και εγώ τώρα μετά από τόσο καιρό το παράκανα. Και με τους Σωτήρες τώρα κάνω λίγο κράτη.

Είσαι σταθερά και στο σχήμα του Μάλαμα. Ξέρουμε ο ένας τον άλλο, είμαστε πιο πολύ οικογένεια τώρα.

Το όνομα Σωτήρες από που βγήκε; Είχε ένα γάτο εκεί στην Κύπρο, ο Λευτέρης Μουμτζής, που τον έλεγαν Σωτήρη. Ήταν και η εποχή του δημοψηφίσματος που αναζητούσαμε έναν σωτήρα.

Εσύ είχες την ιδέα να κάνεις κάτι με τα παιδιά από την Λουβάνα (δισκογραφικό label στην Κύπρο). Σ’ ένα μπαρ γνώρισα τον Λευτέρη και έβλεπα ότι κάνανε μια σοβαρή προσπάθεια όπου έχει μια δυναμική.

Αυτός ο ιδιαίτερος ήχος πώς προέκυψε; Προέκυψε από την συνεργασία μου με τον Λευτέρη. Το συζητούσαμε και είναι ουσιαστικά η συνέχιση των δυο κόσμων. Όπως είναι και το Sancho 003. Tώρα το κάνουμε ακόμα πιο ομαδικό γιατί είναι και οι άλλοι στο παιχνίδι όποτε ακούμε τον ήχο μας για να γίνουμε μια μπάντα. Oυσιαστικά αυτό τώρα δεν είναι μπάντα ακόμα, είναι οι ιδέες που τώρα κάνουμε πρόβες.

Δεν ξέρω αν είναι ιδέες, ξέρω ότι είναι ένας καταπληκτικός δίσκος. Πως θα γίνει να τον μάθει ο κόσμος; Θέλει κουπί για να μην είναι άπλα μια ωραία συνεργασία. Αυτοί που δεν ακούνε ελληνικά θα σου πουν ωραίο άλλα δεν ακούω ελληνικά, αυτοί που ακούν ελληνικά θα σου πουν «τι είναι αυτό;» Θέλει τώρα μια συνεχή παρουσία. Όρεξη έχουμε.

Έχεις σκεφτεί πως αν δεν είχες πει το «Αερικό» θα ήταν πιο εύκολα για του Σωτήρες; Σίγουρα. Ξέρεις τι; Και το Σωτήρες έγινε «Σωτήρες» γι’ αυτό το λόγο για να μην ακούνε Φώτης Σιώτας και να λένε, α πάμε να ακούσουμε το «Αερικό». Οπότε είπα να κάνω και κάτι διαφορετικό για να το υποστηρίξω να μην τα μπερδέψω όλα τα πράγματα .

Ζηλεύεις καθόλου την αγορά του εξωτερικού; Όχι ιδιαίτερα. Ζηλεύω τα φεστιβάλ. Δεν παίζει και τόση σημασία τώρα πια με το διαδίκτυο η γλώσσα. Μπορούν να σε ακούσουν οπουδήποτε.

Πιστεύεις ότι όλη αυτή η πληροφορία στο διαδίκτυο μας έχει μπλοκάρει λίγο; Τώρα γίνεται χαμός, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν και κακό παλιά. Το θέμα είναι που δεν βλέπω ποια είναι η ποιότητα. Τα τελευταία χρονιά βλέπω την τάση να παίρνουμε πράγματα που ξέρουμε και να τα ωραιοποιούμε, δεν βλέπω το ιδιότροπο, ο άλλος να ψαχτεί να βγάλει κάτι το παράταιρο. Βέβαια από μουσικές και από παράγωγες πάει προς το καλύτερο.

Όταν ήσουν μικρός πως το σκεφτόσουν, έχεις πετύχει αυτά που ήθελες; Ναι και με το παραπάνω. Νόμιζα δεν θα τα καταφέρω να γίνω μουσικός. Είχα ένα ταλέντο στο καλό αυτί όμως στα χεριά δεν ήμουν σαν κάτι άλλους.

Μετά από όλες αυτές τις μπάντες και τις ορχήστρες ήθελες να βγεις μπροστά; Α, μπα, όχι ιδιαίτερα. Δεν είμαι και κάνας τρελός performer. Με τους Σωτήρες είναι το μόνο πράγμα που μου φέρνει αμηχανία, είναι που είμαι όρθιος μπροστά στο μικρόφωνο και ακόμα δεν ξέρω αν το έχω. Αυτό που ήθελα ήταν να παίζω μουσική ελεύθερα όπου ήθελα.

Σου λένε να παίξεις κάτι όταν μαζεύεσαι με την οικογένεια; Παλιότερα πιο πολύ, τώρα με βλέπουν και σπάνια. Παλιά κυκλοφορούσα με το βιολί σαν το χίπη έπαιζα παντού, σταματούσα στο δρόμο και ξεκίναγα.

Σου λείπει καθόλου αυτό; Εντάξει, τα κάναμε αυτά!

O ομώνυμος δίσκος Σωτήρες κυκλοφορεί από τη Λουβάνα Δίσκοι. Συντονιστείτε για το φεστιβάλ Φέγγαρος που θα γίνει στις αρχές Αυγούστου στο χωριό Κάτω Δρυς στην Κύπρο ‘όπου εκεί θα έχει και Σωτήρες και Sancho 003. Εδώ περισσότερες πληροφορίες. Ο Φώτης Σιώτας επίσης περιοδεύει το καλοκαίρι με το σχήμα του Σωκράτη Μάλαμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ